ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ  (Φωτ. thsallas)

                                                                                                  

    

   ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤ’ ΑΓΝΑΝΤΑ                                          

 

                                                   «Ο άνεμος πάντα γλυκός

                                                  χαϊδεύει τα χρυσοπράσινα έλατα
                                                  και μια ατέλειωτη δροσιά

                                                  κοιμίζει τ’Αγναντίτικα φαράγγια.»                                                                  

         [Από τα «ΑΓΝΑΝΤΙΤΙΚΑ ΛΙΧΝΙΣΜΑΤΑ» των Χάρι Ζάχου και Χρίστου Τούμπουρου]

 

     Πρωινό της 7ης Αυγούστου του 2010. Πέρασα με το αυτοκίνητό μου   τη μεταλλική γέφυρα της Πλάκας, άφησα πίσω τα’ αγουροξυπνημένα Φράστα, πήρα το φιδίσιο ανηφορικό δρόμο, που οδηγεί, ανάμεσα από πυκνοδασωμένες καταπράσινες πλαγιές και ρεματιές, στ’ Άγναντα και να’μαι στο προαύλιο του ιστορικού Γυμνασίου των Αγνάντων.

  Το πέτρινο κτίριο έστεκε εκεί φρεσκοανακαινισμένο, με καινούργιες πόρτες, παράθυρα και κεραμοσκεπή, αλλά δίχως τη μεγάλη άσπρη ταμπέλα με τα μαύρα μεγάλα γράμματα:«ΓΥΜΝΑΣΙΟΝ ΑΓΝΑΝΤΩΝ». Είχε μετατραπεί πια σε Δημαρχείο του Δήμου Αγνάντων.   
   Όμορφη και στολισμένη με πολύχρωμα λουλούδια η πλατεία δίπλα απ’ το
Γυμνάσιο, εκεί όπου παλιά έστεκε το παμπάλαιο κτίριο του Δημοτικού Σχολείου Αγνάντων
.
   Αφού πάρκαρα το αυτοκίνητό μου, πλησίασα τους συγκεντρωμένους μέχρι εκείνη την ώρα παλιούς μαθητές του
Γυμνασίου και Λυκείου Αγνάντων, σύμφωνα με το πρόγραμμα που προέβλεπε τη συνάντησή μας. Θα’ταν δε θα’ταν καμιά δεκαριά άτομα. Κάποιους απ’ αυτούς τους γνώρισα, ενώ με άλλους αυτοσυστηθήκαμε.
   Η προσέλευση σιγά-σιγά μεγάλωνε και παντού έβλεπες γκρίζα ή άσπρα μαλλιά, ρυτίδες, περιττά κιλά και φαλάκρες, αποτελέσματα όλ’ αυτά του πανδαμάτορα χρόνου. Οι χαιρετούρες, οι αγκαλιές και τα φιλιά έδιναν κι έπαιρναν.
   Καθώς μιλούσα με δυο παλιούς φίλους από άλλες τάξεις, πλησιάζει κάποιος συμμαθητής μου.
-Τον γνωρίζεις; του λένε για μένα. Είναι συμμαθητής σου.
-Όχι, απαντάει.

-Εσύ τον γνωρίζεις; μου λένε.
-Όχι. Μη μου πείτε. Θα τον βρω.
   Τον κοιτάζω στα μάτια επίμονα, στύβω το μυαλό μου, προσπαθώ και σε λίγο τον αναγνωρίζω.

-Είσαι ο Τάκης ο Κωστάκης, του λέω κι αμέσως πέφτει ο ένας στην αγκαλιά του άλλου.

   Ήταν δύσκολη η αναγνώριση, γιατί τα νεανικά χαρακτηριστικά μετά από τόσα χρόνια είχαν αλλάξει.
   Κι απάνω στη συζήτηση πλησιάζει ο τρίτος συμμαθητής. Τον αναγνώρισα αμέσως, γιατί τα βασικά του χαρακτηριστικά δεν είχαν αλλάξει. Απλώς πάχυνε λίγο και τα μαλλιά του είχαν γίνει γκρίζα.
-Με γνωρίζεις; του λέω. Ήμαστε συμμαθητές.
-Όχι, μου απαντάει. Εσύ;

-Είσαι ο Θανάσης ο Παππάς, του κάνω κι αγκαλιαστήκαμε.
   Σε λίγο, να κι ο τέταρτος συμμαθητής μας! Τον αναγνώρισα κι αυτόν αμέσως, γιατί είχαμε ξανασυναντηθεί δυο φορές. Ήταν ο
Χρήστος ο Τσουμάνης. Ούτε κι αυτός με θυμήθηκε. Με μπέρδεψε με το συμμαθητή μας το Χρήστο το Σκανδάλη.
   Φτάνει πια η ώρα να μπούμε στο παλιό μας το
Σχολείο. Ένα μέλος της Οργανωτικής Επιτροπής
έδωσε το σύνθημα:
  -Ώρα να περάσουμε μέσα, είπε.  
                                                                                  
   Και να, ξεκινήσαμε όλοι, άντρες και γυναίκες, μαθητές και μαθήτριες, όπως τότε, λες κι ακούσαμε το κουδούνι να χτυπάει απ’ το χέρι του επιστάτη του
Γυμνασίου, του Στέλιου του Σκουληκαρίτη, με καρδιοχτύπι, όχι γιατί δεν ήμαστε προετοιμασμένοι για το μάθημα, αλλά για το πώς θ’ αντικρίζαμε το εσωτερικό του Σχολείου μας μετά από τόσα χρόνια.                                              
   Μπήκα από τους πρώτους κι άρχισα ν’ ανεβαίνω τα σκαλοπάτια της εσωτερικής σκάλας, που οδηγούν στις αίθουσες του ορόφου. Ήταν τα ίδια ακριβώς σκαλοπάτια, με το ίδιο μωσαϊκό και τις ίδιες σιδερένιες γωνιές  στο κάθε σκαλοπάτι, που άφησα πριν από σαράντα εφτά ολόκληρα χρόνια.

   Προχωρήσαμε στο διάδρομο και καταλήξαμε στην ανατολική αίθουσα του ορόφου.
Η αίθουσα μάς περίμενε, αλλά, προς έκπληξή μας, δεν ήταν πια αίθουσα διδασκαλίας. Έλειπε η έδρα, ο πίνακας και τα θρανία. Τη θέση τους πήραν τα δημαρχιακά έδρανα κι ένα τεράστιο οβάλ τραπέζι μα δερμάτινα καθίσματα. Είχε από καιρό μετατραπεί σε αίθουσα συνεδριάσεων του
Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Αγνάντων.

   Η συγκίνησή μου, καθώς μπήκα, ήταν μεγάλη, γιατί, παρ’ όλο που φοίτησα και στις έξι αίθουσες του Γυμνασίου στην αίθουσα αυτή,  νεόκτιστη τότε, φοίτησα τη μισή  χρονιά της Γ’ τάξης και ολόκληρη τη χρονιά της Δ΄ τάξης, διατηρώντας ως σήμερα τις ομορφότερες αναμνήσεις μου, με δυο απ τους εκλεκτότερους καθηγητές, που είχα στη γυμνασιακή μου διαδρομή, τους φιλόλογους Λουκά Κούσουλα στη Γ΄ τάξη και Γιώργο Ζώκαρη στη Δ΄.

   Μας υποδέχτηκαν ευγενικά στην αίθουσα, τόσο ο Δήμαρχος Αγνάντων κ. Χρήστος Χασιάκος, όσο και ο Πρόεδρος της Οργανωτικής  Επιτροπήςο Αγναντίτης Καθηγητής Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Φίλος.

   Και αφού επισκεφτήκαμε κι όσους άλλους χώρους-αίθουσες του κτιρίου ήταν προσβάσιμοι, αποχωρήσαμε σιγά-σιγά γεμάτοι νοσταλγικές μαθητικές αναμνήσεις, αφού δώσαμε ραντεβού για αργότερα στην κεντρική πλατεία του επάνω μαχαλά, στο Κέντρο «ΠΑΝΟΡΑΜΑ».

   Μαθητική ζωή…Τι όμορφη και ξένοιαστη που ήταν!

             

                  Η τάξη μου  (απόφοιτοι  του  1963)  σε  εκδρομή  την  άνοιξη του 1963

                  στα  Λιβάδια  με  τους  καθηγητές  μας.  Από  αριστερά:  Α. Σακελλαρίου,

                  Ν. Αποστόλου, Ν. Δασκαλάκης, Γ. Παππάς, Π. Χουλιάρας, Χ. Μπονιάκος,

                  Α. Δανούσης, Εμ. Δαμβουνέλης και Ευθ. Καρούμπαλης.

 

    Πάρκαρα το  αυτοκίνητό μου στον ίσκιο των δέντρων, πλάι στη γέφυρα, που οδηγεί στα Παλιάμπελα κι άρχισα ν’ ανηφορίζω προς την πλατεία του επάνω μαχαλά.

   Φτάνω στην πλατεία μπροστά απ΄ την εκκλησία της Παναγίας. Η εξωτερική όψη του ναού έδενε τώρα άριστα με τα γύρω πέτρινα κτίρια, αφού του είχαν αφαιρέσει τον εξωτερικό σοβά απ’ τις δυο πλευρές, που είχε τότε, που φοιτούσαμε στο Γυμνάσιο. Ιερό καθήκον, αλλά και περιέργεια να ξαναδώ μετά από πολλά χρόνια το εσωτερικό του, με οδήγησαν προς το ναό.

   Μπροστά απ’ την ανοιχτή πόρτα στεκόταν ο εφημέριος της ενορίας, ο πατέρας Σπύρος Σιάχαλος. Με υποδέχτηκε ευγενικά και, αφού συστηθήκαμε, μπήκαμε μαζί. Άναψα ένα κεράκι, προσκύνησα τις εικόνες και το βλέμμα μου άρχισε να περιπλανιέται εδώ κι εκεί μέσα στο ναό. Όλα είχαν αλλάξει. Ακόμα και οι σοβάδες και το παμπάλαιο πέτρινο δάπεδο με τις άοκνες προσπάθειες του σεβάσμιου ιερέα. Μου φάνηκε ότι μπήκα σε κάποια άλλη εκκλησία. Το μόνο, που έμενε ίδιο, ήταν το τέμπλο. Πλησίασα. Ολόιδιες οι εικόνες, όπως τότε.

   Βγήκα κι ανεβαίνοντας, πήρα την απόφαση ν’ ανηφορίσω τον κεντρικό δρόμο για να ξαναδώ τα παλιά κτίρια και τα καταστήματα του επάνω μαχαλά.

   Έστεκαν όλα λιθόκτιστα, ανακαινισμένα, με καινούργια φρεσκοβαμμένα πορτοπαράθυρα.

   Φτάνοντας στο τέρμα του δρόμου, εκεί που τελειώνει ο βατός ανηφορικός δρόμος από τον κάτω μαχαλά, είδα δυο-τρεις απ’ τους παλιούς μαθητές του Γυμνασίου ν’ ανεβαίνουν με τα πόδια καταϊδρωμένοι και ασθμαίνοντας.

  -Τα καταφέραμε, μου λένε χαμογελώντας.

  -Μπράβο σας, τους απαντώ.

   Συλλογίστηκα τότε πως έξι ολόκληρα χρόνια ανεβοκατέβαινα αυτό το επικίνδυνο ανηφορικό λιθόστρωτο και ξαφνικά ήρθαν στο νου μου τα λόγια του Παπαδιαμάντη: «Λιθόστρωτον ανηφορικόν…Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς δια να αναβή, εγλιστρούσε δια να καταβή…»

   Επιστρέφοντας προς την πλατεία μού έκανε εντύπωση πως, απ’ όλα τα καταστήματα που λειτουργούσαν τότε, μόνο ένα παραμένει ανοιχτό: Το καφενείο του Μήτσου Κράββαρη.

   Πλησίασα. Απ’ έξω κάθονταν δυο-τρεις ηλικιωμένοι χωριανοί. Τους καλημέρισα και κάθισα σ’ ένα τραπεζάκι.

  -Ποιανού είναι τώρα αυτό το καφενείο; τους ρώτησα.

  -Του Μήτσου Κράββαρη, μου λένε.

  -Μα…ζει ακόμα ο μπαρμπα-Μήτσος;

  Να τος, μου λένε και γυρνώντας τον βλέπω να βγαίνει αειθαλής, αγέρωχος, σχεδόν αιωνόβιος.

   Τον υποδέχτηκα και του συστήθηκα. Χάρηκε πολύ, όταν του είπα ότι ήμουν συμμαθητής του γιου του, του Χρήστου. Κάθισε δίπλα μου και μιλήσαμε αρκετή ώρα μαζί με τους άλλους, κυρίως για τα περασμένα.

   Σηκώθηκα, τους ευχαρίστησα για τη συνάντηση που είχαμε και για το καφεδάκι που με κέρασαν, τους αποχαιρέτησα κι ευχήθηκα στον μπαρμπα-Μήτσο:

  -Να ζεις σαν τα ψηλά βουνά, σαν τα Τζουμέρκα μας!

   Κατέβηκα στο χώρο της εκδήλωσης, στην κεντρική πλακόστρωτη πλατεία, κάτω απ’ τα δροσερά κλαδιά του γεροπλάτανου, που, όπως τον αφήσαμε τότε, έτσι είναι και σήμερα. Πλησίασα στο τραπέζι, που κάθονταν οι συμμαθητές μου.

  -Έλα, μου είπαν, ν’ ανταμώσεις κι άλλον συμμαθητή μας. Τον γνωρίζεις;

   Βάζω και πάλι τα δυνατά μου και δεν πέφτω έξω.

   Είσαι ο Νίκος ο Χασαλεύρης, του λέω κι ακολουθούν χαρές κι αγκαλιάσματα.

   Κι αφού καθίσαμε όλοι μαζί και συζητούσαμε, ακούω απέναντι, στο ίδιο τραπέζι κάποιον να συστήνεται στο διπλανό του: Μεγαπάνος.

  -Είσαι ο Δημήτρης ο Μεγαπάνος; του κάνω.

  -Ναι, μου λέει.

   Και η παρέα των συμμαθητών φτάνει τους έξι.

   Η συζήτηση όλο και προχωρούσε. Οι παλιές μαθητικές φωτογραφίες, που είχα μαζί μου, άλλαζαν χέρια κι ο νους μας έτρεχε στα παλιά, όταν ξαφνικά βλέπω δεξιά στο βάθος τον έβδομο συμμαθητή μας. Ήταν ο καλός μας φίλος, ο Χάρις ο Ζάχος με το χαρακτηριστικό του χαμόγελο, που μιλούσε με κάποιους. Σηκώνομαι, τρέχω και του παρουσιάζομαι. Δε χρειάστηκε να του συστηθώ. Με γνώρισε αμέσως και μάλιστα με υποδέχτηκε με το μικρό μου όνομα.

   Όμορφες παλιές φιλίες, γνήσιες, που ο χρόνος δεν μπορεί να τις σβήσει.

   Τα τραπέζια είχαν σχεδόν γεμίσει. Ώρα ν’ αρχίσει η εκδήλωση.

   Ο πρόεδρος παίρνει το μικρόφωνο. Μας καλωσορίζει και, ανάμεσα στ’ άλλα, μας ανακοινώνει ότι από φέτος και στο εξής θα τιμώνται εκ μέρους του Συλλόγου μας δύο μαθητές του Γυμνασίου και Λυκείου Αγνάντων, ανάλογα με την προσωπικότητά τους, το έργο τους και την εν γένει κοινωνική τους προσφορά.

   Για φέτος αποφασίστηκε να τιμηθούν ο ε. α. Ναύαρχος Ιατρός κ. Ηλίας Νάστος και ο Φυσικός καθηγητής κ. Θύμιος Νικολός, μαθητής, αλλά και καθηγητής του Γυμνασίου Αγνάντων.  

   Μετά τα παρατεταμένα χειροκροτήματα ο Πρόεδρος, αφού παρουσίασε τους δύο τιμωμένους και εξήρε την προσφορά τους στην κοινωνία τους παρέδωσε το μικρόφωνο. Αυτοί με τη σειρά τους ευχαρίστησαν την Επιτροπή τόσο για την τιμή, που τους έγινε, όσο και για τη θεσμοθέτηση αυτής της επιλογής.

   Ακολούθησε συζήτηση για θέματα σχετικά με τη λειτουργία και τη διοίκηση του Συλλόγου, πήραν το λόγο αρκετοί ομιλητές και έφτασε η συγκινητική στιγμή της εκφώνησης των ονομάτων των μαθητών, που έχουν φύγει πια από κοντά μας.

   Όλοι σιωπηλοί και συγκινημένοι φέρνουμε στο νου μας ένα-ένα τα πρόσωπα όσων γνωρίζαμε παρακαλώντας νοερά το θεό ν’ αναπαύει την ψυχή τους.

   Κι ύστερ’ απ’ το ιερό αυτό χρέος ο Πρόεδρος παίρνει και πάλι το μικρόφωνο για να μας ευχαριστήσει για τη συμμετοχή μας και ν’ ανανεώσει το ραντεβού μας για τον επόμενο χρόνο, ενώ ήδη τα γκαρσόν αρχίζουν να σερβίρουν το φαγητό.

   Πέρασε πια και η ώρα του φαγητού. Τα μαχαιροπήρουνα τέλειωσαν το έργο τους, όταν ξαφνικά το κλαρίνο άρχισε να σκορπίζει χαρούμενους δημοτικούς σκοπούς στον αέρα σκεπάζοντας τις συζητήσεις, τα γέλια και το βουητό του πλήθους. Ξεκίνησε μεγάλος χορός, που συνεχιζόταν ως αργά  το απομεσήμερο, οπότε αρχίσαμε σιγά-σιγά ν’ αποχωρούμε.

   Αποχαιρέτησα όσους συμμαθητές και φίλους δεν είχαν ακόμα αποχωρήσει και πήρα το δρόμο του γυρισμού.

   Κατεβαίνοντας προς το αυτοκίνητό μου σκέφτηκα πως θα ήταν μεγάλη παράλειψη να μην περάσω απ’ το σπίτι, που έμενα για έξι ολόκληρα χρόνια, όταν ήμουν μαθητής. Δε χάνω καιρό. Στρίβω δεξιά κι αρχίζω να κατεβαίνω ένα-ένα τα σκαλιά, που οδηγούν στο παλιό λιθόστρωτο-τώρα τσιμεντοστρωμένο-στενό σοκάκι της κάτω συνοικίας του επάνω μαχαλά.                                                                                                                   

               

                      Άγναντα  μεταξύ 1960 και 1962.  Στη  βεράντα  του  σπιτιού  μας.

                      Από αριστερά: Γιάννης Κατσικογιώργος, Νώντας Γαλαζούλας και   

                      Χρήστος Παπαϊωάννου. Καθιστός ο Γιώργος Τσίτσας.

 

   Φτάνω στην κλειδωμένη αυλόπορτα. Το παλιό πέτρινο σπίτι ανακαινισμένο, έρημο, σιωπηλό με ολόκλειστες πόρτες και παράθυρα με υποδέχεται. Η κυρά του, η Σπυριδούλα του Κεφάλα, έχει φύγει απ’ τη ζωή πριν από πολύ καιρό.

   Όλα αλλαγμένα. Τα μόνα που παραμένουν ίδια είναι τα πρώτα πέτρινα σκαλοπάτια, που οδηγούν στην τσιμεντένια σκάλα και τη βεράντα και η ξύλινη πόρτα, που μεταφέρθηκε απ' τον όροφο στο ισόγειο.

   Πέρασαν τόσα χρόνια!

   Ο νους μου φτερουγίζει στα παλιά. Νομίζω για μια στιγμή ότι ακούω τις φωνές  των συμμαθητών μου στην αυλή, που τις σταματάει η αυστηρή παρατήρηση της κυράς μας-της δεύτερης μάνας μας-για κάποιες αταξίες μας. Μας παρέλαβε δωδεκάχρονα παιδιά με κοντά παντελονάκια απ’ την αγκαλιά της μάνας μας-στα σπίτια μας επιστρέφαμε μόνο τις διακοπές-μας φρόντισε, μας περιποιήθηκε, μας συμβούλεψε, μας μεγάλωσε και μας παρέδωσε στους γονείς μας δεκαοχτάχρονα παλικάρια γεμάτα εφόδια, έτοιμα να βγούμε στο στίβο της ζωής. 

   Πώς να μην της αξίζει έπαινος. Ο θεός ας αναπαύει την ψυχούλα της!

   Συνέρχομαι μ’ έναν κόμπο στο λαιμό, γυρίζω, στρίβω δεξιά και συνεχίζω το σοκάκι ως κάτω. Ανεβαίνω τα τσιμεντένια σκαλοπάτια και βρίσκομαι στον αμαξιτό, που ενώνει τους δυο μαχαλάδες.

   Λίγο πιο πέρα αριστερά είχα παρκάρει το αυτοκίνητό μου.

                       

                                                                           Γιάννης Κατσικογιώργος

                                                                           Συνταξιούχος Δάσκαλος

                                                                           Φθινόπωρο του 2010

                                                                           Μενίδι Αιτωλ/νίας

                                                                         

    

          (Εφημ«ΑΓΝΑΝΤΑ ΑΡΤΑΣ» - αριθ. φύλ.173 - σελ.4 - https://agnanta.com.gr/)

 

                                                  Αρχική σελίδα